Ιστολόγιο - Blog

To ιστολόγιο, γνωστό συχνά με την άκλιτη ονομασία μπλογκ (blog), είναι μορφή ιστοχώρου. Είναι λίστα καταχωρήσεων από την πιο πρόσφατη καταχώρηση στην παλαιότερη.


Επλέξτε ανάμεσα τις κατηγορίες:

Άρθρα Αυτογνωσίας | Άρθρα για Γονείς | Ιστολόγιο

από το κουμπί κατηγορίες, δείτε, διαβάστε τα άρθρα μου και εάν θέλετε μπορείτε να αφήσετε και ενα σχόλιο!


  • 0 Η Πρωταρχική σχέση μεταξύ Μητέρας και Βρέφους

      Είναι αδιαμφισβήτητος στις μέρες μας ο ρόλος, που διαδραματίζει η σχέση μεταξύ μητέρας και βρέφους στην ομαλή ανάπτυξή του.   Πολλές έρευνες Νευροψυχολογίας, που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, υποστηρίζουν ότι η τρυφερότητα και η ένδειξη αγάπης εκ μέρους της μητέρας προς το βρέφος, συμβάλλουν στην ομαλή ανάπτυξη του εγκεφάλου του βρέφους, μέσω της δημιουργίας καινούριων νευρωνικών συνάψεων, με αποτέλεσμα την ομαλή ανάπτυξη του βρέφους σε όλους του τομείς, στο συναισθηματικό τομέα, στον κοινωνικό τομέα, στον τομέα της νοημοσύνης.   Ο τρόπος που θα πιάσει στα χέρια της η μάνα το βρέφος, ο τρόπος που θα το αγκαλιάσει, το συναίσθημα, που θα νιώσει την ώρα, που θηλάζει το μωρό της, ακόμα και το βλέμμα με το οποίο κοιτάζει το μωρό της, είναι εξαιρετικά σημαντικά, προκειμένου να δημιουργηθεί μία ουσιαστική σχέση ανάμεσα στη μάνα και στο βρέφος της. Το άγγιγμα της μητέρας είναι ικανό να μειώσει τους παλμούς του μωρού, να το χαλαρώσει, όταν αυτό βρίσκεται σε ένταση, χτίζοντας παράλληλα μία βαθειά σχέση επικοινωνίας μεταξύ αυτών των δύο. Τότε μόνο, το βρέφος θα είναι ικανό να προσκολληθεί με ασφάλεια στη σχέση του με τη μητέρα του, έτσι ώστε να νιώσει ότι είναι σημαντικό και πως αξίζει, που ήρθε σε αυτόν τον κόσμο.   Το βλέμμα και το συναίσθημα της μητέρας είναι αυτό, που θα καθησυχάσει το μωρό, όταν αυτό είναι ανήσυχο, που θα του μεταδώσει μια αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας, που θα του επιβεβαιώσει ότι είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτήν.   Μόνο εάν η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και στο βρέφος της έχει αναπτυχθεί ομαλά με βάση την αγάπη, το ενδιαφέρον και την τρυφερότητα, τότε μόνο το βρέφος θα μπορέσει να εξελιχθεί σε ένα υγιές κοινωνικό ον , που θα έχει την ικανότητα να συνάψει υγιείς σχέσεις αγάπης με τους συνανθρώπους του, έχοντας πάντα την αίσθηση ότι είναι ένα πλάσμα, που αξίζει να το αγαπούν , να ενδιαφέρονται γι’ αυτό και να το φροντίζουν. Μόνο έχοντας μια καλή αίσθηση της αξίας του και του εαυτού του, θα μπορέσει όλα αυτά τα σημαντικά βιώματα να τα δώσει απλόχερα στους δικούς του σημαντικούς ανθρώπους της ζωής του. Γιατί, ως γνωστόν, μόνο όταν έχουμε πάρει κάτι μπορούμε και να το προσφέρουμε στους άλλους.

  • 1 Το νόημα του συμπτώματος στο παιδί

      Το σύμπτωμα είναι μία παθολογική συμπεριφορά ή ψυχοσωματική εκδήλωση ενός μέλους του οικογενειακού συστήματος.   Η Συστημική Θεωρία υποστηρίζει ότι το σύμπτωμα αποτελεί ένα μήνυμα, που στέλνει ο πάσχων, προς τους σημαντικούς άλλους του οικογενειακού συστήματος. Άλλες φορές, το σύμπτωμα μπορεί να ρυθμίζει τη λειτουργία του συστήματος, όταν αυτή τείνει να μεταβληθεί. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί σχολικής ηλικίας νιώσει ότι οι γονείς του έχουν συγκρουστεί και υπάρχει το ενδεχόμενο πιθανού χωρισμού, μπορεί να εμφανίσει μία αγχώδη διαταραχή. Ο ασυνείδητος σκοπός της ξαφνικής εμφάνισης του συμπτώματος του παιδιού είναι η επανένωση των γονέων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο σκοπός επιτυγχάνεται. Οι γονείς προσπερνούν τις διαφορές τους και έρχονται πιο κοντά για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του παιδιού τους (Τομαράς, Β. 2001).   Άλλες φορές, το σύμπτωμα εμφανίζεται, όταν η οικογένεια βιώνει περιόδους κρίσης. Όταν, για παράδειγμα, οι γονείς πρόκειται να χωρίσουν και να πάρουν διαζύγιο, όταν ένα μέλος της οικογένειας πεθαίνει ή όταν η οικογένεια βιώνει δοκιμασίες από άλλους εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. οικονομική κρίση).   Επίσης, ένα παιδί μπορεί να εμφανίσει ένα σύμπτωμα, όταν το οικογενειακό σύστημα πάσχει λόγω της δυσλειτουργίας των αλληλεπιδράσεων των μελών. Για παράδειγμα, όταν στην οικογένεια οι κανόνες και τα όρια είναι πολύ άκαμπτα, το σύμπτωμα είναι, ίσως, η μόνη διέξοδος και λύση για ένα παιδί προκειμένου να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του και να οδηγήσει το σύστημα στην αλλαγή, δηλαδή, στην ευελιξία.   Παρόλο που το σύμπτωμα του παιδιού τις περισσότερες φορές επιτυγχάνει το σκοπό του, είναι απαραίτητη η ψυχοθεραπεία, προκειμένου το παιδί να απαλλαγεί από τα συμπτώματα, που το ταλαιπωρούν. Δύο είδη θεραπείας μπορούν να βοηθήσουν σε κάτι τέτοιο: α) Η Συστημική θεραπεία, η οποία, γίνεται παρουσία όλων των μελών του οικογενειακού συστήματος και εξετάζεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται οι συμπεριφορές. Ο ρόλος του θεραπευτή είναι να δώσει μία νέα σημασία στην ύπαρξη του συμπτώματος του παιδιού. β) Ένα άλλο είδος πολύ αποτελεσματικής θεραπείας είναι η Παιγνιοθεραπεία (θεραπευτικό παιχνίδι), που έχει ως στόχο να κάνει το παιδί πιο ανθεκτικό και να αυξήσει την αυτοεκτίμησή του. Παράλληλα με την Παιγνιοθεραπεία, είναι απαραίτητη και η Συμβουλευτική των γονέων. ΒιβλιογραφίαΤομαράς, Β. (2001). Θεραπεία Οικογένειας στην Παιδοψυχιατρική: Συστημική Προσέγγιση. Εισαγωγή στην Παιδοψυχιατρική. Επιμ. Τσιάντης, Γ. Εκδ: Καστανιώτη. 23: 467-487

  • 0 Το παιχνίδι και η Σημασία του στήν εξέλιξη του Παιδιού

      Το παιχνίδι αποτελεί μία σημαντική απασχόληση για το παιδί, απαραίτητο για την υγιή ανάπτυξή του.   Το παιχνίδι είναι ένα μέσο ευχαρίστησης. Μέσω του παιχνιδιού, το παιδί προετοιμάζεται διανοητικά και συναισθηματικά για τις μετέπειτα εξελικτικές φάσεις που θα ακολουθήσουν στην πορεία της ζωής του. Είναι μία ένδειξη ψυχικής υγείας.Το παιχνίδι δίνει την ευκαιρία στο παιδί: Να περνά ευχάριστα το χρόνο του Να εξερευνά τον υλικό κόσμο Να εκφράζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του Να αντιμετωπίζει προβλήματα και να βρίσκει λύσεις Να εκτονώνει το άγχος, τους φόβους και τη συναισθηματική του ένταση Να κοινωνικοποιείται Να αναλαμβάνει φανταστικούς ρόλους, που το βοηθούν να εκφράζει την επιθετικότητά του, να εξουσιάζει τους φόβους και τις αγωνίες του, να επιλύει εσωτερικές συγκρούσεις     Για τους παραπάνω λόγους και ακόμα περισσότερους, είναι σημαντικό οι γονείς να ενθαρρύνουν το παιδί τους να παίζει παρέχοντάς του: Προσωπικό χώρο για παιχνίδι, ιδανικό για δραστηριότητες Παιχνίδια σύμφωνα με το ηλικιακό στάδιο του παιδιού Αρκετό χρόνο, όσο είναι απαραίτητο για μια δραστηριότητα Συντροφιά στο παιχνίδι, έτσι ώστε το παιχνίδι να γίνει ένα μέσο αλληλεπίδρασης, κοινωνικοποίησης και μάθησης για το παιδί.

  • 0 Η Συμβολή της Μουσικής στην Ανάπτυξη των Παιδιών

      Η εκμάθηση της μουσικής βελτιώνει τη συγκέντρωση των παιδιών. Η μνήμη οξύνεται και κατά συνέπεια διευκολύνεται η διαδικασία της μάθησης.   Επίσης, βελτιώνεται ο οπτικοκινητικός τους συντονισμός. Μαθαίνουν, δηλαδή, να συντονίζουν ταυτόχρονα, το οπτικό ερέθισμα (την παρτιτούρα) με την κίνηση (το παίξιμο του μουσικού οργάνου). Μέσω της μουσικής, τα παιδιά μαθαίνουν να πειθαρχούν αλλά και να λειτουργούν ομαδικά δουλεύοντας για έναν κοινό ομαδικό στόχο.Η μουσική ενεργοποιεί πολλές αισθήσεις: Την όραση, καθώς τα μουσικά όργανα είναι ελκυστικά στην εμφάνισή τους Την ακοή, εφόσον τα μουσικά όργανα παράγουν ποικίλους ήχους, οι οποίοι με τη σειρά τους ενεργοποιούν συναισθήματα Δράση και κίνηση, η οποία συμβαίνει με τη συμμετοχή διαφόρων μελών του σώματος Ενεργοποιεί τη φαντασία     Επιπλέον, με την εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου μαθαίνουν τις έννοιες χρόνος, αρμονία, διάστημα, όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη. Μαθαίνοντας τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας να μετρούν ένα μουσικό κομμάτι και να κρατούν το ρυθμό, μπορούν να κατανοήσουν πιο εύκολα κάποιες μαθηματικές έννοιες. Η μουσική βοηθά τα παιδιά, αλλά και γενικότερα τους ανθρώπους, να έρθουν σε επαφή με το συναισθηματικό τους κόσμο και να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους. Κάποιες φορές, μέσω της μουσικής, τα παιδιά εκτονώνουν τα αρνητικά τους συναισθήματα, όπως το θυμό ή την ένταση από τις δραστηριότητες της ημέρας. Άλλες φορές, πάλι, η μουσική έχει ένα ρόλο θεραπευτικό καθώς τα παιδιά καταφέρνουν να αποδράσουν από τις έννοιες της καθημερινότητας, να χαλαρώσουν και να ταξιδέψουν στο μαγικό κόσμο της μουσικής.   Η μουσική παιδεία τονώνει την αυτοπεποίθηση των παιδιών, καθώς μέσω αυτής της τέχνης τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν και να εκφράσουν όλο τους το δυναμικό και τις ικανότητες.Όλες οι παραπάνω δεξιότητες συμβάλλουν στη βελτίωση της επίδοσής τους στα μαθήματα και στη μετέπειτα ακαδημαική τους πορεία. Είναι δεξιότητες, οι οποίες θα τα συνοδεύουν για όλη τους τη ζωή.Συνοψίζοντας, βλέπουμε πως είναι ποικίλα τα οφέλη της μουσικής στην ψυχική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών σε όλους τους τομείς. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να ενθαρρύνουν οι γονείς τα παιδιά τους προς αυτή την κατεύθυνση.

  • 0 Εφηβεία, μία περίοδος αλλαγών

      Η εφηβεία είναι μία περίοδος αλλαγών. Ο έφηβος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην παιδικότητα και στην ενηλικίωση. Βιώνει ραγδαίες αλλαγές σε βιοσωματικό, συναισθηματικό και γνωστικό επίπεδο.   Η ταχύτητα με την οποία πραγματοποιούνται αυτές οι αλλαγές, του προκαλεί αναστάτωση. Στην εφηβεία αλλάζει ο τρόπος που ο έφηβος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Προσπαθεί να ορίσει την ταυτότητά του, να απαντήσει στο υπαρξιακό ερώτημα «ποιος είμαι». Από τη μία αγωνίζεται να κατακτήσει την ανεξαρτησία του και από την άλλη έχει ανάγκη τη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας, την αγάπη και το ενδιαφέρον των γονέων του.   Ο έφηβος αναζητά την ατομικότητά του. Προσπαθεί να οριοθετήσει τον ατομικό του χώρο, τα συναισθήματα και τις σκέψεις του. Δε συμβιβάζεται εύκολα και δεν αποδέχεται τις ψευδείς λύσεις. Προσπαθεί να είναι αυθεντικός και απαιτεί και από τους άλλους το ίδιο. Είναι πιστός στις αξίες του.   Με την έναρξη της εφηβείας, οι έφηβοι αφιερώνουν το διπλάσιο χρόνο στις παρέες με τους συνομηλίκους και λιγότερο με τους γονείς. Στις παρέες τους βρίσκουν κι άλλους που έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτούς, βρίσκουν κατανόηση και αλληλοβοήθεια. Μέσα στις παρέες μαθαίνουν νέες κοινωνικές συμπεριφορές, πειραματίζονται και προετοιμάζονται για την ενήλικη ζωή. Η προσπάθεια του εφήβου για αυτονόμηση, συνήθως, προκαλεί αναστάτωση στο γονιό. Οι γονείς πολλές φορές δυσκολεύονται να αποδεχθούν την αυτονόμηση του εφήβου και την ικανότητά του να παίρνει αποφάσεις. Το βιώνουν ως απώλεια. Αυξάνεται το άγχος αποχωρισμού του γονέα με αποτέλεσμα να υιοθετεί πολλές φορές καταπιεστικές συμπεριφορές προκειμένου να ελέγξει τον έφηβο. Το αποτέλεσμα είναι συνήθως να πυροδοτούνται οι συγκρούσεις στη σχέση γονέα και εφήβου. Είναι, λοιπόν σημαντικό, ο γονέας: Να ενθαρρύνει τον έφηβο Να του δίνει το περιθώριο να παίρνει ο ίδιος αποφάσεις για τον εαυτό του Να είναι συνεργάσιμος Να ενθαρρύνει τον εποικοδομητικό διάλογο Να αναγνωρίζει και να αποδέχεται τα συναισθήματα του εφήβου Να ακούει τη γνώμη του     Όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητα προκειμένου να μπορέσει ο γονιός να χτίσει μία σχέση με τον έφηβο, που να βασίζεται στην εμπιστοσύνη και στη ζεστασιά, μία σχέση που να προάγει το σεβασμό και την κατανόηση.

  • 0 Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής, Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ)

     Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) είναι η πιο συχνή διαταραχή συμπεριφοράς, που εμφανίζεται σε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας.   Έπειτα από δεκαετίες μελετών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μία χρόνια νευροβιολογική διαταραχή. Ξεκινά από την πρώιμη παιδική ηλικία, συνεχίζεται στη μέση παιδική ηλικία, προχωρά στην εφηβεία και κάποιες φορές, παραμένει μέχρι και την ενήλικη ζωή. Οι συνέπειες της συγκεκριμένης διαταραχής είναι πολλές και αφορούν σε πολλαπλά επίπεδα στη ζωή του παιδιού αλλά και του ενήλικα.   Όσον αφορά στον επιπολασμό της συγκεκριμένης διαταραχής, στον ελλαδικό χώρο, σε μελέτη , που διεξήχθη το 2010, σε ελληνικό δείγμα 2695 ατόμων ηλικίας 0 μηνών έως 18 ετών, βρέθηκε επικράτηση της υπερκινητικότητας σε ποσοστό 7%, της έλλειψης προσοχής σε ποσοστό 9.5% και της παρορμητικότητας σε ποσοστό 7% σε παιδιά ηλικίας 7 ετών, που φοιτούσαν την πρώτη τάξη του δημοτικού (Palili, A., et al., 2010). Σύμφωνα με το την Πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM- V) , υπάρχουν τρεις τύποι ΔΕΠ-Υ: Ελλειμματική Προσοχή Υπερκινητικότητα Συνδυαστικός Τύπος     Α) Ο πρώτος τύπος είναι η επίμονη Ελλειμματική Προσοχή. Το παιδί, που ανήκει σε αυτόν τον τύπο, παρουσιάζει έξι από τα ακόλουθα συμπτώματα ή πέντε για εφήβους και ενήλικες άνω των 17 ετών, για τουλάχιστον έξι μήνες, σε βαθμό, που να επηρεάζει τη λειτουργικότητά του σε κοινωνικό και ακαδημαϊκό επίπεδο: Δυσκολεύεται να προσέξει λεπτομέρειες και κάνει λάθη απροσεξίας σε εύκολες σχολικές εργασίες, παρόλο, που είναι ικανό να κάνει περισσότερο δύσκολες. Δυσκολεύεται να ακολουθήσει μέχρι τέλους οδηγίες και αποτυγχάνει να ολοκληρώσει τις εργασίες, που του ανατίθενται. Αποτυγχάνει να εκτελέσει εργασίες, που απαιτούν οργανωτικές ικανότητες, εξαιτίας της αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει τις ανώτερες γνωστικές διαδικασίες, όπως η μνήμη εργασίας. Αποφεύγει να αναλάβει εργασίες, που απαιτούν σημαντική νοητική προσπάθεια. Ξεχνά καθημερινές δραστηριότητες. Συχνά, φαίνεται να μην ακούει τους άλλους, όταν απευθύνονται σε αυτό. Δυσκολεύεται να διατηρήσει για πολλή ώρα την προσοχή του σε κάποια εργασία, δραστηριότητα ή ακόμα και στο παιχνίδι. Αποσπάται εύκολα η προσοχή του από εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα, όπως, σκέψεις. Ζάνει συχνά πράγματα.     Β) Ο δεύτερος τύπος είναι η Υπερκινητικότητα. Το παιδί, που ανήκει σε αυτόν το τύπο, παρουσιάζει έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα ή πέντε για εφήβους και ενήλικες άνω των 17 ετών για τουλάχιστον έξι μήνες σε βαθμό, που να επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητά του στις κοινωνικές και ακαδημαϊκές δραστηριότητες: Αδυνατεί να μείνει ήσυχος για πολλή ώρα. Παίζει συχνά με τα χέρια του ή τα πόδια του, σηκώνεται συχνά από τη θέση του. Τρέχει ή σκαρφαλώνει σε συνθήκες, που απαγορεύεται. Σηκώνεται συχνά από τη θέση του, σε συνθήκες, που αυτό, δεν επιτρέπεται. Συχνά, μιλά υπερβολικά. Διακόπτει τους άλλους, όταν μιλούν ή παρεμβαίνει στις δουλειές των άλλων. Δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του. Απαντά πριν ολοκληρωθεί μία ερώτηση. Δεν μπορεί να κάνει μία δραστηριότητα ήσυχα ή ακόμα και να παίξει.     Γ) Ο τρίτος τύπος είναι ο Συνδυαστικός Τύπος, ο οποίος συνδυάζει συμπτώματα των δύο παραπάνω τύπων. Η ΔΕΠ-Υ μπορεί να είναι ήπιας, μέτριας ή σοβαρής μορφής.   Τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ προκαλούν πολλαπλά προβλήματα στην οικογένεια του παιδιού αλλά και στο σχολικό του περιβάλλον, καθώς σχετίζονται με ποικίλα προβλήματα συμπεριφοράς, όπως είναι η παρορμητικότητα, η επιθετικότητα και η μη συμμόρφωση στους κανόνες (Barkley, 2006). Σύμφωνα με το Hinshaw (2002) τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ είναι πολύ πιο πιθανό να βιώσουν απόρριψη από τους συνομηλίκους τους , σε σύγκριση με τους μαθητές τυπικής ανάπτυξης. Ο λόγος, που συμβαίνει αυτό, είναι πως τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν ελλείμματα στην αυτορρύθμιση του συναισθήματος, που είναι η ικανότητα τους να διατηρούν τον έλεγχο των συναισθημάτων τους ή να κινητοποιούνται, όταν χρειάζεται. Αυτό με τη σειρά του, οδηγεί στη χαμηλή ανοχή του παιδιού στη ματαίωση, στην τάση του να έχει συχνά συναισθηματικά ξεσπάσματα, στην προσωποποίηση των γεγονότων καθώς και στην έλλειψη αντικειμενικότητας   Επιπρόσθετα, τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ έχουν αρνητικό αντίκτυπο και στο οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού, καθώς, η διαταραχή επηρεάζει γενικότερα την ικανότητα του παιδιού στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Επίσης, τα παιδιά, που εμφανίζουν τη διαταραχή παρουσιάζουν προβλήματα στη σχολική τους επίδοση. Αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αναμενόμενο, εφόσον τα παιδιά με ΔΕΠ- Υ παρουσιάζουν συννοσηρές μαθησιακές δυσκολίες (σε ποσοστό 25% ), αδυναμία συγκέντρωσης, διάσπαση προσοχής και αδύναμη μνήμη εργασίας, όπως προαναφέρθηκε.   Αναφορικά με τη θεραπεία της ΔΕΠ-Υ, οι πιο συχνές παρεμβάσεις στη θεραπεία παιδιών με ΔΕΠ-Υ είναι ο συνδυασμός της φαρμακοθεραπείας με ψυχοτρόπα φάρμακα και η εφαρμογή συμπεριφορικών στρατηγικών στο σπίτι και στο σχολείο. (Barkley, 2006). Όσον αφορά στις ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, μία εναλλακτική μορφή θεραπείας είναι οι εξής: Η τροποποίηση της συμπεριφοράς του παιδιού μέσω της συντελεστικής μάθησης και των αμοιβών, η γνωστική τροποποίηση της συμπεριφοράς του παιδιού, η εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων στα παιδιά ώστε να βελτιώσουν τις αλληλεπιδράσεις με τους συνομηλίκους τους, η εκπαίδευση των γονέων σε περισσότερο προσαρμοστικές συμπεριφορές προς τα παιδιά τους και τέλος η εκμάθηση σχολικών δεξιοτήτων. Βοηθά, επίσης και η θεραπεία μέσω του παιχνιδιού, η οποία αντιμετωπίζει το παιδί ως όλον και έχει ως στόχο την ενδυνάμωση του ψυχισμού του παιδιού. Εάν δεν πραγματοποιηθεί θεραπεία, τότε τα συμπτώματα της διαταραχής, μπορούν να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την ακαδημαϊκή και κοινωνική λειτουργικότητα των παιδιών, καθώς και την μετέπειτα πορεία τους στην ενήλικη ζωή. ΒιβλιογραφίαAmerican Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders. 4th edition. Washington, DC: APA.Barkley, R. A. (2006). Attention-deficit hyperactivity disorder : A handbook for diagnosis and treatment (3rd ed.). New York: Guilford.Hinshaw, S. P. (2002). Preadolescent girls with attention-deficit/hyperactivity disorder: Background characteristics, comorbidity, cognitive and social functioning, and parenting practices. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 70: 1086-1098.Palili, A., Kolaitis, G., et al. (2011). Inattention, Hyperactivity, Impulsivity- Epidemiology and Correlations: A Nationwide Greek Study From birth to 18 Years. J. Child Neurol, 2011, 26: 199-204.