Ιστολόγιο - Blog

To ιστολόγιο, γνωστό συχνά με την άκλιτη ονομασία μπλογκ (blog), είναι μορφή ιστοχώρου. Είναι λίστα καταχωρήσεων από την πιο πρόσφατη καταχώρηση στην παλαιότερη.


Επλέξτε ανάμεσα τις κατηγορίες:

Άρθρα Αυτογνωσίας | Άρθρα για Γονείς | Ιστολόγιο

από το κουμπί κατηγορίες, δείτε, διαβάστε τα άρθρα μου και εάν θέλετε μπορείτε να αφήσετε και ενα σχόλιο!


  • 0 Η Συμβολή της Μουσικής στην Ανάπτυξη των Παιδιών

      Η εκμάθηση της μουσικής βελτιώνει τη συγκέντρωση των παιδιών. Η μνήμη οξύνεται και κατά συνέπεια διευκολύνεται η διαδικασία της μάθησης.   Επίσης, βελτιώνεται ο οπτικοκινητικός τους συντονισμός. Μαθαίνουν, δηλαδή, να συντονίζουν ταυτόχρονα, το οπτικό ερέθισμα (την παρτιτούρα) με την κίνηση (το παίξιμο του μουσικού οργάνου). Μέσω της μουσικής, τα παιδιά μαθαίνουν να πειθαρχούν αλλά και να λειτουργούν ομαδικά δουλεύοντας για έναν κοινό ομαδικό στόχο.Η μουσική ενεργοποιεί πολλές αισθήσεις: Την όραση, καθώς τα μουσικά όργανα είναι ελκυστικά στην εμφάνισή τους Την ακοή, εφόσον τα μουσικά όργανα παράγουν ποικίλους ήχους, οι οποίοι με τη σειρά τους ενεργοποιούν συναισθήματα Δράση και κίνηση, η οποία συμβαίνει με τη συμμετοχή διαφόρων μελών του σώματος Ενεργοποιεί τη φαντασία     Επιπλέον, με την εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου μαθαίνουν τις έννοιες χρόνος, αρμονία, διάστημα, όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη. Μαθαίνοντας τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας να μετρούν ένα μουσικό κομμάτι και να κρατούν το ρυθμό, μπορούν να κατανοήσουν πιο εύκολα κάποιες μαθηματικές έννοιες. Η μουσική βοηθά τα παιδιά, αλλά και γενικότερα τους ανθρώπους, να έρθουν σε επαφή με το συναισθηματικό τους κόσμο και να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους. Κάποιες φορές, μέσω της μουσικής, τα παιδιά εκτονώνουν τα αρνητικά τους συναισθήματα, όπως το θυμό ή την ένταση από τις δραστηριότητες της ημέρας. Άλλες φορές, πάλι, η μουσική έχει ένα ρόλο θεραπευτικό καθώς τα παιδιά καταφέρνουν να αποδράσουν από τις έννοιες της καθημερινότητας, να χαλαρώσουν και να ταξιδέψουν στο μαγικό κόσμο της μουσικής.   Η μουσική παιδεία τονώνει την αυτοπεποίθηση των παιδιών, καθώς μέσω αυτής της τέχνης τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν και να εκφράσουν όλο τους το δυναμικό και τις ικανότητες.Όλες οι παραπάνω δεξιότητες συμβάλλουν στη βελτίωση της επίδοσής τους στα μαθήματα και στη μετέπειτα ακαδημαική τους πορεία. Είναι δεξιότητες, οι οποίες θα τα συνοδεύουν για όλη τους τη ζωή.Συνοψίζοντας, βλέπουμε πως είναι ποικίλα τα οφέλη της μουσικής στην ψυχική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών σε όλους τους τομείς. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να ενθαρρύνουν οι γονείς τα παιδιά τους προς αυτή την κατεύθυνση.

  • 0 Συνεξάρτηση

      Με τον Με τον όρο Συνεξάρτηση εννοούμε την περίπτωση, που ένα άτομο είναι συναισθηματικά εξαρτημένο από ένα άλλο άτομο ή αντικείμενο, σε τέτοιο σημείο, που το συνεξαρτημένο άτομο διατηρεί ελάχιστα την ταυτότητα του εαυτού του. Πότε μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιος εξαρτημένος;   Με τον όρο Συνεξάρτηση εννοούμε την περίπτωση, που ένα άτομο είναι συναισθηματικά εξαρτημένο από ένα άλλο άτομο ή αντικείμενο, σε τέτοιο σημείο, που το συνεξαρτημένο άτομο διατηρεί ελάχιστα την ταυτότητα του εαυτού του. Πότε μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιος είναι συνεξαρτημένος;Τα βασικά συμπτώματα της συνεξάρτησης είναι:   Μη υγιής εικόνα εαυτού  Συνήθως, η εικόνα του εαυτού ταλαντεύεται ανάμεσα στην πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση, όπου η αίσθηση της αξίας του εαυτού είναι πολύ χαμηλή και στην αίσθηση ότι όλοι οι άλλοι είναι κατώτεροι, έχει ,δηλαδή, μία αίσθηση μεγαλείου.   Παραμέληση των προσωπικών αναγκών  Ο συνεξαρτημένος τείνει να εστιάζει στο να ικανοποιεί τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων του περιβάλλοντός του και αγνοεί ή παραμελεί τις προσωπικές του επιθυμίες και εσωτερικές ανάγκες. Με αυτόν τον τρόπο καταπνίγει τη φωνή του εσωτερικού παιδιού μέσα του καθώς και τα συναισθήματά του.   Δυσκολία οριοθέτησης των άλλων  Έχει μια αδυναμία να θέσει τα προσωπικά του όρια. Συνήθως, ο συνεξαρτημένος επιτρέπει με ευκολία στους άλλους να εισβάλουν στον προσωπικό του ψυχικό χώρο, να τον «παραβιάσουν». Δεν έχει ξεκαθαρίσει μέσα του τα εσωτερικά του όρια, γι’ αυτό και δεν μπορεί να τα θέσει. Πολλές φορές, και ο ίδιος δεν μπορεί να οριοθετηθεί ως προς τον προσωπικό χώρο των άλλων, εφόσον δεν έχει μία ξεκάθαρη εικόνα του εαυτού του και της ταυτότητάς του, με αποτέλεσμα να καταλήγει να γίνεται στις σχέσεις του θύμα ή θύτης.   Η πιο συχνή αιτία που κάποιος καταλήγει να γίνει συνεργητικά εξαρτημένος είναι τα τραυματικά παιδικά του βιώματα. Συνήθως, αυτό το άτομο έχει βιώσει επανειλημμένα παιδικά τραύματα. Η κακοποίηση, συναισθηματική ή σωματική συναντάται πολύ συχνά στη ζωή ενός συνεξαρτημένου ατόμου. Συνήθως, αυτός που κακοποιεί είναι το άτομο, που έχει αναλάβει τη φροντίδα και το μεγάλωμα του ατόμου. Αντί, όμως, να φροντίσει ανιδιοτελώς και να προστατέψει το μικρό παιδί, ως οφείλει, καταλήγει να το κάνει εξαρτημένο από αυτόν, βάζοντάς το να συμμετέσχει σε πολλά κακοποιητικά «παιχνίδια εξουσίας».   Είναι αλήθεια ότι ο συνεξαρτημένος χρειάζεται πολλή δουλειά με τον εαυτό του για να καταφέρει να βγει από το μονοπάτι της συνεξάρτησης . Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να καταλάβει αρχικά, ότι έχει υπάρξει θύμα εκμετάλλευσης και κακοποίησης, κάτι που είναι πολύ δύσκολο, γιατί συνήθως δεν έχει αίσθηση της πραγματικότητας αλλά και της αλήθειας του. Αγνοεί την πραγματικότητα, γιατί πιστεύει ότι έτσι πρέπει να είναι, αλλά και ότι αυτό του αξίζει.

  • 0 Εφηβεία, μία περίοδος αλλαγών

      Η εφηβεία είναι μία περίοδος αλλαγών. Ο έφηβος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην παιδικότητα και στην ενηλικίωση. Βιώνει ραγδαίες αλλαγές σε βιοσωματικό, συναισθηματικό και γνωστικό επίπεδο.   Η ταχύτητα με την οποία πραγματοποιούνται αυτές οι αλλαγές, του προκαλεί αναστάτωση. Στην εφηβεία αλλάζει ο τρόπος που ο έφηβος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Προσπαθεί να ορίσει την ταυτότητά του, να απαντήσει στο υπαρξιακό ερώτημα «ποιος είμαι». Από τη μία αγωνίζεται να κατακτήσει την ανεξαρτησία του και από την άλλη έχει ανάγκη τη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας, την αγάπη και το ενδιαφέρον των γονέων του.   Ο έφηβος αναζητά την ατομικότητά του. Προσπαθεί να οριοθετήσει τον ατομικό του χώρο, τα συναισθήματα και τις σκέψεις του. Δε συμβιβάζεται εύκολα και δεν αποδέχεται τις ψευδείς λύσεις. Προσπαθεί να είναι αυθεντικός και απαιτεί και από τους άλλους το ίδιο. Είναι πιστός στις αξίες του.   Με την έναρξη της εφηβείας, οι έφηβοι αφιερώνουν το διπλάσιο χρόνο στις παρέες με τους συνομηλίκους και λιγότερο με τους γονείς. Στις παρέες τους βρίσκουν κι άλλους που έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτούς, βρίσκουν κατανόηση και αλληλοβοήθεια. Μέσα στις παρέες μαθαίνουν νέες κοινωνικές συμπεριφορές, πειραματίζονται και προετοιμάζονται για την ενήλικη ζωή. Η προσπάθεια του εφήβου για αυτονόμηση, συνήθως, προκαλεί αναστάτωση στο γονιό. Οι γονείς πολλές φορές δυσκολεύονται να αποδεχθούν την αυτονόμηση του εφήβου και την ικανότητά του να παίρνει αποφάσεις. Το βιώνουν ως απώλεια. Αυξάνεται το άγχος αποχωρισμού του γονέα με αποτέλεσμα να υιοθετεί πολλές φορές καταπιεστικές συμπεριφορές προκειμένου να ελέγξει τον έφηβο. Το αποτέλεσμα είναι συνήθως να πυροδοτούνται οι συγκρούσεις στη σχέση γονέα και εφήβου. Είναι, λοιπόν σημαντικό, ο γονέας: Να ενθαρρύνει τον έφηβο Να του δίνει το περιθώριο να παίρνει ο ίδιος αποφάσεις για τον εαυτό του Να είναι συνεργάσιμος Να ενθαρρύνει τον εποικοδομητικό διάλογο Να αναγνωρίζει και να αποδέχεται τα συναισθήματα του εφήβου Να ακούει τη γνώμη του     Όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητα προκειμένου να μπορέσει ο γονιός να χτίσει μία σχέση με τον έφηβο, που να βασίζεται στην εμπιστοσύνη και στη ζεστασιά, μία σχέση που να προάγει το σεβασμό και την κατανόηση.

  • 0 Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής, Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ)

     Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) είναι η πιο συχνή διαταραχή συμπεριφοράς, που εμφανίζεται σε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας.   Έπειτα από δεκαετίες μελετών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μία χρόνια νευροβιολογική διαταραχή. Ξεκινά από την πρώιμη παιδική ηλικία, συνεχίζεται στη μέση παιδική ηλικία, προχωρά στην εφηβεία και κάποιες φορές, παραμένει μέχρι και την ενήλικη ζωή. Οι συνέπειες της συγκεκριμένης διαταραχής είναι πολλές και αφορούν σε πολλαπλά επίπεδα στη ζωή του παιδιού αλλά και του ενήλικα.   Όσον αφορά στον επιπολασμό της συγκεκριμένης διαταραχής, στον ελλαδικό χώρο, σε μελέτη , που διεξήχθη το 2010, σε ελληνικό δείγμα 2695 ατόμων ηλικίας 0 μηνών έως 18 ετών, βρέθηκε επικράτηση της υπερκινητικότητας σε ποσοστό 7%, της έλλειψης προσοχής σε ποσοστό 9.5% και της παρορμητικότητας σε ποσοστό 7% σε παιδιά ηλικίας 7 ετών, που φοιτούσαν την πρώτη τάξη του δημοτικού (Palili, A., et al., 2010). Σύμφωνα με το την Πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM- V) , υπάρχουν τρεις τύποι ΔΕΠ-Υ: Ελλειμματική Προσοχή Υπερκινητικότητα Συνδυαστικός Τύπος     Α) Ο πρώτος τύπος είναι η επίμονη Ελλειμματική Προσοχή. Το παιδί, που ανήκει σε αυτόν τον τύπο, παρουσιάζει έξι από τα ακόλουθα συμπτώματα ή πέντε για εφήβους και ενήλικες άνω των 17 ετών, για τουλάχιστον έξι μήνες, σε βαθμό, που να επηρεάζει τη λειτουργικότητά του σε κοινωνικό και ακαδημαϊκό επίπεδο: Δυσκολεύεται να προσέξει λεπτομέρειες και κάνει λάθη απροσεξίας σε εύκολες σχολικές εργασίες, παρόλο, που είναι ικανό να κάνει περισσότερο δύσκολες. Δυσκολεύεται να ακολουθήσει μέχρι τέλους οδηγίες και αποτυγχάνει να ολοκληρώσει τις εργασίες, που του ανατίθενται. Αποτυγχάνει να εκτελέσει εργασίες, που απαιτούν οργανωτικές ικανότητες, εξαιτίας της αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει τις ανώτερες γνωστικές διαδικασίες, όπως η μνήμη εργασίας. Αποφεύγει να αναλάβει εργασίες, που απαιτούν σημαντική νοητική προσπάθεια. Ξεχνά καθημερινές δραστηριότητες. Συχνά, φαίνεται να μην ακούει τους άλλους, όταν απευθύνονται σε αυτό. Δυσκολεύεται να διατηρήσει για πολλή ώρα την προσοχή του σε κάποια εργασία, δραστηριότητα ή ακόμα και στο παιχνίδι. Αποσπάται εύκολα η προσοχή του από εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα, όπως, σκέψεις. Ζάνει συχνά πράγματα.     Β) Ο δεύτερος τύπος είναι η Υπερκινητικότητα. Το παιδί, που ανήκει σε αυτόν το τύπο, παρουσιάζει έξι ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα ή πέντε για εφήβους και ενήλικες άνω των 17 ετών για τουλάχιστον έξι μήνες σε βαθμό, που να επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητά του στις κοινωνικές και ακαδημαϊκές δραστηριότητες: Αδυνατεί να μείνει ήσυχος για πολλή ώρα. Παίζει συχνά με τα χέρια του ή τα πόδια του, σηκώνεται συχνά από τη θέση του. Τρέχει ή σκαρφαλώνει σε συνθήκες, που απαγορεύεται. Σηκώνεται συχνά από τη θέση του, σε συνθήκες, που αυτό, δεν επιτρέπεται. Συχνά, μιλά υπερβολικά. Διακόπτει τους άλλους, όταν μιλούν ή παρεμβαίνει στις δουλειές των άλλων. Δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του. Απαντά πριν ολοκληρωθεί μία ερώτηση. Δεν μπορεί να κάνει μία δραστηριότητα ήσυχα ή ακόμα και να παίξει.     Γ) Ο τρίτος τύπος είναι ο Συνδυαστικός Τύπος, ο οποίος συνδυάζει συμπτώματα των δύο παραπάνω τύπων. Η ΔΕΠ-Υ μπορεί να είναι ήπιας, μέτριας ή σοβαρής μορφής.   Τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ προκαλούν πολλαπλά προβλήματα στην οικογένεια του παιδιού αλλά και στο σχολικό του περιβάλλον, καθώς σχετίζονται με ποικίλα προβλήματα συμπεριφοράς, όπως είναι η παρορμητικότητα, η επιθετικότητα και η μη συμμόρφωση στους κανόνες (Barkley, 2006). Σύμφωνα με το Hinshaw (2002) τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ είναι πολύ πιο πιθανό να βιώσουν απόρριψη από τους συνομηλίκους τους , σε σύγκριση με τους μαθητές τυπικής ανάπτυξης. Ο λόγος, που συμβαίνει αυτό, είναι πως τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ εμφανίζουν ελλείμματα στην αυτορρύθμιση του συναισθήματος, που είναι η ικανότητα τους να διατηρούν τον έλεγχο των συναισθημάτων τους ή να κινητοποιούνται, όταν χρειάζεται. Αυτό με τη σειρά του, οδηγεί στη χαμηλή ανοχή του παιδιού στη ματαίωση, στην τάση του να έχει συχνά συναισθηματικά ξεσπάσματα, στην προσωποποίηση των γεγονότων καθώς και στην έλλειψη αντικειμενικότητας   Επιπρόσθετα, τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ έχουν αρνητικό αντίκτυπο και στο οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού, καθώς, η διαταραχή επηρεάζει γενικότερα την ικανότητα του παιδιού στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Επίσης, τα παιδιά, που εμφανίζουν τη διαταραχή παρουσιάζουν προβλήματα στη σχολική τους επίδοση. Αυτό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι αναμενόμενο, εφόσον τα παιδιά με ΔΕΠ- Υ παρουσιάζουν συννοσηρές μαθησιακές δυσκολίες (σε ποσοστό 25% ), αδυναμία συγκέντρωσης, διάσπαση προσοχής και αδύναμη μνήμη εργασίας, όπως προαναφέρθηκε.   Αναφορικά με τη θεραπεία της ΔΕΠ-Υ, οι πιο συχνές παρεμβάσεις στη θεραπεία παιδιών με ΔΕΠ-Υ είναι ο συνδυασμός της φαρμακοθεραπείας με ψυχοτρόπα φάρμακα και η εφαρμογή συμπεριφορικών στρατηγικών στο σπίτι και στο σχολείο. (Barkley, 2006). Όσον αφορά στις ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, μία εναλλακτική μορφή θεραπείας είναι οι εξής: Η τροποποίηση της συμπεριφοράς του παιδιού μέσω της συντελεστικής μάθησης και των αμοιβών, η γνωστική τροποποίηση της συμπεριφοράς του παιδιού, η εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων στα παιδιά ώστε να βελτιώσουν τις αλληλεπιδράσεις με τους συνομηλίκους τους, η εκπαίδευση των γονέων σε περισσότερο προσαρμοστικές συμπεριφορές προς τα παιδιά τους και τέλος η εκμάθηση σχολικών δεξιοτήτων. Βοηθά, επίσης και η θεραπεία μέσω του παιχνιδιού, η οποία αντιμετωπίζει το παιδί ως όλον και έχει ως στόχο την ενδυνάμωση του ψυχισμού του παιδιού. Εάν δεν πραγματοποιηθεί θεραπεία, τότε τα συμπτώματα της διαταραχής, μπορούν να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την ακαδημαϊκή και κοινωνική λειτουργικότητα των παιδιών, καθώς και την μετέπειτα πορεία τους στην ενήλικη ζωή. ΒιβλιογραφίαAmerican Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders. 4th edition. Washington, DC: APA.Barkley, R. A. (2006). Attention-deficit hyperactivity disorder : A handbook for diagnosis and treatment (3rd ed.). New York: Guilford.Hinshaw, S. P. (2002). Preadolescent girls with attention-deficit/hyperactivity disorder: Background characteristics, comorbidity, cognitive and social functioning, and parenting practices. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 70: 1086-1098.Palili, A., Kolaitis, G., et al. (2011). Inattention, Hyperactivity, Impulsivity- Epidemiology and Correlations: A Nationwide Greek Study From birth to 18 Years. J. Child Neurol, 2011, 26: 199-204.

  • 0 Σχολικός εκφοβισμός (Bulling)

      Πρόκειται για ένα φαινόμενο που συνεχώς αυξάνεται. Με τον όρο αυτό, εννοούμε την επιθετική συμπεριφορά, που υφίσταται ένας μαθητής στο σχολικό του περιβάλλον με αρνητικές συνέπειες στο συναισθηματικό του κόσμο.   Πρόκειται για ένα φαινόμενο που συνεχώς αυξάνεται. Με τον όρο αυτό, εννοούμε την επιθετική συμπεριφορά, που υφίσταται ένας μαθητής στο σχολικό του περιβάλλον, με αρνητικές συνέπειες στο συναισθηματικό του κόσμο. Μιλάμε για εκφοβισμό, όταν ο μαθητής υποβάλλεται σε βίαιες συμπεριφορές κατ΄επανάληψη. Αυτές οι συμπεριφορές είναι, συνήθως, λεκτικές προσβολές, απειλές, σωματικές βλάβες, εκφοβισμός μέσω ηλεκτρονικών μέσων. Στο σχολικό εκφοβισμό υπάρχει συνήθως ασυμμετρία δύναμης ανάμεσα στο θύτη και στο θύμα. Συνήθως, το θύμα υπολείπεται σε σωματική δύναμη, είναι χαμηλών τόνων, έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση ή έχει κάποια σωματική ιδιαιτερότητα. Ο θύτης, ο λεγόμενος «νταής» έχει επιθετική συμπεριφορά, είναι παρορμητικός και διαθέτει σωματική δύναμη.   Οι συνέπειες του σχολικού εκφοβισμού στα θύματα είναι αρκετά σοβαρές. Το θύμα είναι συνήθως θλιμμένο, έχει υπερβολικό άγχος, παρουσιάζει ψυχοσωματικά συμπτώματα, δυσκολεύεται να κοιμηθεί, αρνείται να πάει στο σχολείο, έχει αρνητική αυτοεικόνα.Τι μπορείτε να κάνετε για να προστατέψετε το παιδί σας; Ενημερώστε άμεσα το δάσκαλο του παιδιού Βοηθήστε το παιδί να αυξήσει την αυτοπεποίθησή του. Μπορείτε να το ενθαρρύνετε να συμμετάσχει σε δραστηριότητες , όπου μπορεί να αναπτύξει τις ικανότητές του Συζητήστε μαζί του και ακούστε το με υπομονή και κατανόηση Εκπαιδεύστε το παιδί να υπερασπίζεται τον εαυτό του χωρίς βία Μάθετέ του πώς να αντιδρά σε μία τέτοια κατάσταση, τι μέτρα να λαμβάνει, όπως για παράδειγμα πού να καταφεύγει για να είναι πιο ασφαλές Να το ενθαρρύνετε να κάνει παρέα με ήρεμους συμμαθητές

  • 0 Κατάθλιψη

      Ο όρος κατάθλιψη είναι πολύ γνωστός και διαδεδομένος στο ευρύ κοινό, παρά το γεγονός ότι είναι ένας όρος κλινικός. Τις περισσότερες φορές, η κατάθλιψη συγχέεται με τη θλίψη ή τη μελαγχολία, συναισθήματα, που είναι απολύτως φυσιολογικά και τα οποία βιώνουμε, όταν διανύουμε δύσκολες περιόδους της ζωής μας.   Η αλήθεια είναι ότι η κατάθλιψη είναι μία ψυχολογική διαταραχή, η οποία διαφέρει σημαντικά από τη θλίψη ή τη μελαγχολία. Σύμφωνα με το επίσημο διαγνωστικό εγχειρίδιο DSM- IV , η κατάθλιψη κατατάσσεται στις διαταραχές της διάθεσης.   Το άτομο, που έχει κατάθλιψη, αισθάνεται το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, μία έντονη θλίψη, μοναξιά και ένα αίσθημα κενού. Παρουσιάζει ανηδονία, δηλαδή, δεν αντλεί ευχαρίστηση και ικανοποίηση από τις καθημερινές δραστηριότητες. Για το λόγο αυτό, έχει μειωμένο ενδιαφέρον να συμμετέχει σε κοινωνικές ή άλλου τύπου δραστηριότητες.   Σε σωματικό επίπεδο, μπορεί να παρουσιάσει μία σημαντική απώλεια ή αύξηση βάρους, καθώς, η όρεξή του μπορεί να ελαττωθεί ή να αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό μέσα στην ημέρα. Επίσης, ο ύπνος διαταράσσεται σημαντικά. Δηλαδή, το άτομο κοιμάται ελάχιστες ώρες κατά τη διάρκεια της νύχτας, η ποιότητα του ύπνου είναι φτωχή, καθώς πολλές φορές ο ύπνος είναι διακοπτόμενος. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να παρουσιάζει υπερυπνία, δηλαδή, να κοιμάται πολλές περισσότερες ώρες από το μέσο όρο. Επίσης, νιώθει συχνά κουρασμένο, χωρίς ενέργεια.   Επιπλέον, η αντίληψη του ανθρώπου, που έχει κατάθλιψη είναι διαστρεβλωμένη. Όσον αφορά στην εικόνα του εαυτού του, νιώθει ότι δεν αξίζει τίποτα και πως δεν είναι σημαντικός για τους άλλους. Νιώθει μία υπέρμετρη ενοχή για τα πάντα. Πιστεύει ότι όλα στη ζωή του ήταν και είναι δύσκολα και μαύρα και πως δεν υπάρχει λύση για τίποτα. Πολλές φορές, μπορεί να σκέφτεται και το ενδεχόμενου του δικού του θανάτου.   Τα αίτια της κατάθλιψης ποικίλλουν. Σύμφωνα με πολλές επιδημιολογικές έρευνες, έχει βρεθεί ότι υπάρχει κληρονομικότητα. Με άλλα λόγια, αν υπάρχει κάποιος στο οικογενειακό περιβάλλον , που έχει κατάθλιψη, και κυρίως οι γονείς, τότε υπάρχουν σημαντικές πιθανότητες κάποιο από τα μέλη της οικογένειας να εμφανίσει κατάθλιψη, καθώς μπορεί να έχει κληρονομήσει το επιρρεπές στην κατάθλιψη γονίδιο, το οποίο υπό τις κατάλληλες συνθήκες, υπάρχει πιθανότητα να εκφραστεί.   Άλλοι παράγοντες είναι οι νευροχημικοί. Οι κύριοι νευροδιαβιβαστές, που συμμετέχουν στην εμφάνιση της κατάθλιψης είναι η σεροτονίνη, η νορεπινεφρίνη και η ντοπαμίνη. Οι παραπάνω νευροδιαβιβαστές, είναι υπεύθυνοι για τη διάθεση, την ευχαρίστηση και τα κίνητρα. Στη περίπτωση της κατάθλιψης, αυτοί μειώνονται, με αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσάρεστων σκέψεων και συναισθημάτων.   Σημαντική, επίσης, είναι και η ιδιοσυγκρασία του ατόμου, αλλά και οι οικογενειακοί παράγοντες , όπως, ελλιπής γονεϊκή φροντίδα στα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου, η κακοποίηση αλλά και πολλά τραυματικά γεγονότα, που συνέβησαν στην παιδική και εφηβική ηλικία, τα οποία το άτομο δεν κατάφερε να διαχειριστεί ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα την εμφάνιση της κατάθλιψης.   Η διάγνωση της κατάθλιψης μπορεί να γίνει μόνο από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, ψυχολόγο ή ψυχίατρο. Όσον αφορά στη θεραπεία της κατάθλιψης, οι δύο πιο σημαντικοί τρόποι αντιμετώπισης είναι: Φαρμακοθεραπεία: Ο ειδικός ψυχίατρος χορηγεί, συνήθως, αντικαταθλιπτικά, τα οποία ρυθμίζουν τα επίπεδα της σεροτονίνης ή και της νορεπινεφρίνης, προκειμένου να επανέλθει η αρχική χημική ισορροπία του εγκεφάλου. Ψυχοθεραπεία: Η Ψυχοθεραπεία έχει ως στόχο να γίνει μια διερεύνηση των αιτιών και των γεγονότων, που προκάλεσαν την κατάθλιψη στο άτομο. Το βοηθά, επίσης, να ανακαλύψει την εσωτερική του δύναμη καθώς και να αποκτήσει τη δυνατότητα να βρίσκει λύσεις σε δύσκολες καταστάσεις. Η ψυχοθεραπεία πραγματοποιείται, συνήθως, από Ψυχολόγο ή Ψυχίατρο     Η κατάθλιψη είναι μία διαταραχή, η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί σε μεγάλο ποσοστό, εφόσον το άτομο, που πάσχει, είναι πρόθυμο να δεχθεί βοήθεια και να συνεργαστεί με τον ειδικό για την αντιμετώπισή της.